Ινστιτούτο Επιμόρφωσης


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Συμμετοχική Δημοκρατία (01/04/2007)
Κατηγορία(ες): Τελευταία νέα

Περιεχόμενα

Ι. Ιστορική Αναδρομή

ΙΙ. Μερικές κύριες Θέσεις της Συμμετοχικής Ιδέας

1. Ελευθερία και Ισότητα

2. Σχέση Κράτους - Κοινωνίας και Πολίτη

3. Ερωτήματα

ΙΙΙ. Βιβλιογραφία

Συμμετοχική Δημοκρατία

Ι. Ιστορική Αναδρομή

Η Συμμετοχική Δημοκρατία δεν είναι μια νέα ιδέα ως εκδοχή του δημοκρατικού τρόπου οργάνωσης της κοινωνίας.

Κατά τον 19ο αιώνα αναπτύχθηκε ως μια εναλλακτική θέση - απάντηση στον ατομικό φιλελευθερισμό και στον σοσιαλιστικό κολεκτιβισμό. Στη συνέχεια μάλιστα έπαιξε τον ρόλο μιας πιο συγκεκριμένης και συγκροτημένης κριτικής απέναντι στην τερατώδη ανάπτυξη και επέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας και του συγκεντρωτισμού της Διοίκησης. Με άλλα λόγια, απετέλεσε την κριτική φωνή απέναντι στην γραφειοκρατική γιγάντωση του Κράτους, η οποία υπονόμευε την εύρυθμη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας της εποχής.

Στα χρόνια της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80 η κριτική αυτή επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε και την επικίνδυνη γιγάντωση που παρατηρήθηκε και στον ιδιωτικό τομέα. Διότι και ο Ιδιωτικός τομέας στα βιομηχανικά κράτη, στην ιστορική του διαδρομή ανέπτυξε πολύ μεγάλης κλίμακας γραφειοκρατικά φαινόμενα, παράλληλα με τον Δημόσιο.

Στην αρχική της διατύπωση η συμμετοχική δημοκρατία ως πολιτική θεωρία είχε δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Το πρώτο ήταν η υποστήριξη της ιδέας μιας αποσυγκεντρωτικής οικονομικής οργάνωσης βασισμένης μεταξύ άλλων αρχών και σε εκείνες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Το δεύτερο ήταν η κριτική που κατέθετε για το συγκεντρωτικό και κυρίαρχο κράτος προωθώντας ταυτόχρονα τις ιδέες ενός ριζοσπαστικού ομοσπονδιακού κράτους και ενός πολιτικού πλουραλισμού.

Οι υποστηρικτές της συμμετοχικής δημοκρατίας πίστευαν αρχικά στην προώθηση της ιδέας του εθελοντισμού και των εθελοντικών οργανώσεων που προκύπτουν απ’ αυτόν, καθώς και στην ιδέα της αυτοκυβέρνησης.

Οι στοχαστές που αποτελέσανε τις διανοητικές πηγές προέλευσης και επεξεργασίας της συμμετοχικής δημοκρατίας υπήρξαν πολλοί. Αν εξαιρέσει κανείς την παράδοση που ανατρέχει πίσω στην αρχαία Αθήνα, όπου ουσιαστικά για πρώτη φορά εμφανίζεται η προβληματική γύρω από τους τρόπους συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, και της δεοντολογίας που τη συνοδεύει, σχετικά εύκολα μπορούμε να επισημάνουμε και να καταγράψουμε έναν αριθμό πολιτικών στοχαστών που επεξεργάστηκαν τις ιδέες της συμμετοχής μέσα στα χρόνια μέχρι τις μέρες μας. Οι Rousseau, Proudhon, Figgis, von Gierke, Cole και Laski είναι μερικοί που έρχονται από το απώτερο παρελθόν, ενώ οι Laclan, Mouffe, Arato, Bobbio, Held και κυρίως ο Hirst ανήκουν στο πρόσφατο παρελθόν και στο παρόν.

Πέρα όμως από συγκεκριμένους στοχαστές μπορούμε ιστορικά να διακρίνουμε επί πλέον και ορισμένα συγκεκριμένα κοινωνικά θεσμικά μορφώματα (οργανώσεις, ενώσεις, σωματεία, κ.λ.π.) ως διακριτές πηγές της ιδέας της συμμετοχής. Με άλλα λόγια, αναφερόμαστε σε κοινωνικές ζυμώσεις, οι οποίες αναδείκνυαν την ανάγκη της συμμετοχής ως λύση αιτημάτων και διεκδικήσεων. Τέτοιες περιπτώσεις υπήρξαν ο γαλλικός εργατικός συνδικαλισμός, καθώς και ένα μέρος των γαλλικών και γερμανικών συντεχνιακών ενώσεων, σύντομα δε ακολούθησαν και ιταλικές ενώσεις του ίδιου χαρακτήρα. Το πρόβλημα με αυτές τις κοινωνικές προελεύσεις της συμμετοχικής ιδέας ήταν ότι τόσο τα μέλη όσο και οι ηγέτες τους δεν τις αντιμετώπιζαν ως ελεύθερες ενώσεις, ελεύθερων πολιτών αλλά ως αναγκαστικές οργανώσεις ρυθμιστικού χαρακτήρα, καίτοι κατά βάση αποτελούσαν αντικαπιταλιστικά κοινωνικά μορφώματα, τα οποία διέδιδαν και υποστήριζαν δημοκρατικές αρχές και δικαιώματα.

Πολλοί από τους εκπροσώπους και υποστηρικτές των ανωτέρω ρευμάτων, δηλαδή στοχαστές, συνδικαλιστές, συντεχνιακοί κ.α., υποστήριζαν την άποψη ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ήταν κατά βάση ένα ανεπαρκές σύστημα αντιπροσώπευσης και εκπροσώπησης συμφερόντων. Υποστήριζαν δηλαδή ότι το σύστημα αυτό δεν μπορούσε να παίξει τον ρόλο του μηχανισμού μιας αποτελεσματικής έκφρασης για τις πραγματικές επιθυμίες και προβλήματα του εκλογικού σώματος. Πρότειναν, λοιπόν, ως υποκατάστατο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, το σύστημα μιας λειτουργικής δημοκρατίας, όπως το ονόμασαν, το οποίο θα στηριζόταν κατά βάση σε συντεχνιακές δομές ως πλατφόρμα εκπροσώπησης των διαφόρων επιθυμιών, συμφερόντων και αιτημάτων. Επειδή όμως κανένας ενεργός πολίτης δεν θα απαρνιόταν εύκολα κα αβασάνιστα το δικαίωμα της ψήφου του, αργότερα οι εκπρόσωποι αυτών των τάσεων προσχώρησαν σε μια ηπιότερη και σωφρονέστερη θέση. Υποστήριξαν την άποψη ότι οι διάφορες μορφές εκπροσώπησης θα αποτελούσαν όχι υποκατάστατο αλλά συμπληρωματικό θεσμικό στοιχείο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η θέση αυτή έκτοτε αποτελεί και τον κεντρικό δογματικό άξονα της θεωρίας της συμμετοχικής ιδεολογίας. Ότι δηλαδή η συμμετοχική δημοκρατία μπορεί και πρέπει να συνυπάρχει με την αντιπροσωπευτική ως συμπλήρωμά της και όχι ως υποκατάστατο αυτής.

Ένα από τα θεσμικά εργαλεία για την εφαρμογή της ανωτέρω θέσης στην πράξη είναι η ενεργοποίηση και διευρυμένη λειτουργία των Μη Κυβερνητικών ή Κρατικών Οργανώσεων (ΜΚΟ) για τις οποίες θα γίνει λόγος αργότερα.

ΙΙ. Μερικές Κύριες Θέσεις της Συμμετοχικής Ιδέας

1. Ελευθερία και Ισότητα

Η Συμμετοχική Δημοκρατία (participative ή associative democracy) τα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια σχετίζεται στενά με την Νέα Αριστερά .

Η Νέα Αριστερά δεν ταυτίζεται με ένα μόνο ρεύμα πολιτικής σκέψης και προβληματισμού, αλλά, αντίθετα, αποτελεί μια σύνθεση ιδεών με πολλές και ποικίλες προελεύσεις. Ο όρος συμμετοχική δημοκρατία χρησιμοποιείται συχνά για να αποδώσει ορολογικά ένα πλατύ φάσμα μοντέλων δημοκρατίας, τα οποία ξεκινάνε από εκείνα της αρχαίας Αθήνας της κλασσικής περιόδου και φθάνουν μέχρι ορισμένες συγκεκριμένες μαρξιστικές θέσεις.

Η συμμετοχική δημοκρατία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ειδικότερα μετά την δεκαετία του ‘70, έχει υπάρξει το βασικό εναλλακτικό μοντέλο της αριστερής σκέψης (είτε ρεαλιστικής ρεφορμιστικής είτε ανανεωτικής μαρξογενούς δεν έχει σημασία εδώ) απέναντι στη «νομικά θεσμοθετημένη δημοκρατία» της Δεξιάς, δηλαδή της κλασσικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας όπως την γνωρίζουμε στην πράξη. Πιο συγκεκριμένα η «θεσμοθετημένη δημοκρατία» είναι αυτή η οποία παραχωρεί και κατοχυρώνει μεν νομοθετικά και «εν δικαίω» δικαιώματα (πολιτικά, αστικά, οικολογικά, πολιτιστικά, κ.α.) σε όλους τους πολίτες, αλλά δεν φροντίζει, ή τουλάχιστον φροντίζει πλημμελώς, για την εξασφάλιση της δυνατότητας να ασκούνται τα δικαιώματα αυτά στη πράξη. Με άλλα λόγια, είναι διαφορετικό το να έχεις δικαιώματα και διαφορετικό να μπορείς να τα ασκήσεις πρακτικά. Όπως θα φανεί πιο κάτω το δεύτερο σκέλος είναι εκείνο που ενδιαφέρει κυρίως τους υποστηρικτές της συμμετοχικής ιδέας του όποιου χώρου εφαρμογής της.

Μπορεί ο όρος συμμετοχική δημοκρατία να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας. Μπορεί η Νέα Αριστερά να έχει ποικίλες και διακριτές πηγές ιδεολογικής προέλευσης. Εκείνο, όμως, το σημείο στο οποίο συμπίπτουν και συμφωνούν όλοι οι στοχαστές και εκφραστές της είναι το αμέσως παρακάτω. Αμφισβητούν έντονα την θέση του φιλελευθερισμού σύμφωνα με την οποία τα άτομα στις σύγχρονες φιλελεύθερες και αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες είναι «ελεύθερα και ίσα». Γενικά η φιλελεύθερη σκέψη θεωρεί δεδομένο αυτό που απαιτεί προσεκτική εξέταση. Δηλαδή η από το νόμο ύπαρξη και παροχή ορισμένων δικαιωμάτων ελευθερίας και ισότητας, παρόλο που δεν είναι διόλου αμελητέα, έχει ελάχιστη αξία, όταν δεν μπορεί κανείς να τα ασκήσει πρακτικά. Οι υποστηρικτές της συμμετοχικής ιδέας ισχυρίζονται ότι ο βαθμός ελευθερίας και ισότητας που απολαμβάνει ο κάθε πολίτης, πρέπει να κρίνεται με βάση τις ελευθερίες που είναι χειροπιαστές. Γίνονται δε χειροπιαστές όταν μπορούν να αναπτυχθούν και να ασκηθούν τόσο στη σφαίρα της κρατικής εξουσίας, όσο και σε εκείνη της ιδιωτικής οικονομίας, όσο, επίσης, και στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών. Και συνεχίζουν διαπιστώνοντας ότι, όταν οι ελευθερίες και τα παρεχόμενα δικαιώματα ισότητας δεν έχουν συγκεκριμένο και σαφές περιεχόμενο, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς με πειστικότητα ότι έχουν και αποφασιστικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή του πολίτη.

Πάνω σε αυτό το σκεπτικό οικοδομήθηκε η σκέψη σύμφωνα με την οποία οι πολίτες θα αποκτήσουν πιο συγκεκριμένα και σαφή πολιτικά και άλλα δικαιώματα, όταν ενεργοποιηθούν δια της συμμετοχής σε κάθε εφικτή γι’ αυτούς εκδήλωση του πολιτικοδιοικητικού και οικονομικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων.

Η συμμετοχή του πολίτη στη λήψη αποφάσεων δεν συνιστά μόνο μια κεντρική θέση στη συλλογιστική της συμμετοχικής δημοκρατίας αλλά συνιστά κυρίως την πεμπτουσία της δημοκρατικής υπόστασης των πολιτών σε μια σύγχρονη κοινωνία. Στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας η συμμετοχή του πολίτη εξαντλείται κυρίως στην δια της ψήφου του εκδήλωση της βούλησής του σε τακτά διαστήματα, καθώς επίσης και σε άλλες ενώσεις, κυρίως επαγγελματικές.

Από την άλλη μεριά, μια από τις θεμελιακές θέσεις της συμμετοχικής ιδέας είναι ότι δια του πολλαπλασιασμού και της λειτουργικής ανάπτυξης των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των ανεξαρτήτων και αυτονόμων Αρχών θα προκύψει ένας ολόκληρος και συμπαγής τρίτος τομέας μεταξύ Κράτους - Κόμματος και Αγοράς - Ιδιώτη, η Κοινωνία των Πολιτών. Ο τομέας αυτός θα μπορεί στο μέλλον να δώσει δια της συμμετοχικής λήψης αποφάσεων φωνή, σάρκα και οστά στα περισσότερα θέματα που απασχολούν σήμερα τον πολίτη στην καθημερινότητά του. Τα θέματα αυτά μέχρι τώρα έχουν υπάρξει αντικείμενο διευθέτησης από τα πολιτικά κόμματα. Η διευθέτηση αυτή κατέληξε σε «κομματικοκρατία», μέσα από έναν υπερτροφικό συγκεντρωτικό μηχανισμό που είναι η Διοίκηση. Μέσα από έναν εξίσου όμοιο τέτοιο μηχανισμό στην σφαίρα της Ιδιωτικής Οικονομίας της Αγοράς κατέληξε σε οικονομική καταπίεση αφενός και σε υποκατάστατο αναδιανεμητικής εισοδηματικής δικαιοσύνης αφετέρου.

2. Σχέση Κράτους - Κοινωνίας και Πολίτη

Στη ροή των παραπάνω σκέψεων ίσως είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να γίνει μια σύντομη και πιο συγκεκριμένη αναφορά στο είδος και στον τύπο των σχέσεων που αναπτύχθηκαν όλο τον περασμένο αιώνα μέχρι σήμερα μεταξύ Κράτους - Κοινωνίας και Κράτους - Ατόμου. Μια τέτοια αναφορά ενδεχομένως να διευκολύνει την κατανόηση του τί είναι εκείνο το ιδιαίτερο που προτείνει η συμμετοχική ιδέα, τόσο στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα, όσο και στον εξίσου πολύ σπουδαίο οικονομικό.

Έτσι λοιπόν παρατηρούμε ότι στις νεότερες κρατικές οντότητες που εμφανίστηκαν κατά περιόδους, η φύση της σχέσης που εγκαθιδρύθηκε ανάμεσα σε αυτές και τους πολίτες τους, καθόρισε εν πολλοίς και τον τύπο της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος της αντίστοιχης οντότητας. Το είδος και η φύση των σκοπών που κάθε φορά όριζε το κράτος ότι ανήκει σ’ αυτό, το είδος και το εύρος της παρέμβασής του στην οικονομική και κοινωνική ζωή του πολίτη, όπως τέλος τα όρια και οι αυτοπεριορισμοί που καθόριζαν το ζευγάρι κρατικό - δημόσιο από το ζευγάρι ιδιωτικό - ατομικό, όλοι αυτοί οι όροι προϊδέαζαν μεταξύ άλλων και το είδος της διακυβέρνησης που ανέμενε να βιώσει ο πολίτης των αντίστοιχων συστημάτων.

Τον αιώνα που πέρασε τρεις υπήρξαν κατά βάση οι τύποι και οι μορφές διαχωρισμού μεταξύ του κρατικού και ατομικού. Αυτοί καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την έκταση και το είδος της παρέμβασης του κράτους στην κοινωνία των πολιτών και συνεπώς, αντίστροφα, καθορίστηκε ο βαθμός και το είδος επιρροής του πολίτη στην τύχη του.

Αυτοί οι τύποι ήταν ο Κεντρικός Σοσιαλισμός Σχεδιασμός, ο λεγόμενος Κεϋνσιανισμός και ο οικονομικο-πολιτικός Φιλελευθερισμός. Μπορεί οι τύποι αυτοί να σχετίζονται, κατά τα φαινόμενα, περισσότερο με την οικονομική και παραγωγική διάσταση της κοινωνίας. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η οικονομική οργάνωση μιας κοινωνίας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την συνολική συμπεριφορά της κοινωνίας και των ομάδων μέσα σ’ αυτή.

Στην περίπτωση του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Σχεδιασμού τύπου πρώην Σοβιετικής Ένωσης και των λοιπών δορυφόρων κρατών, το κράτος και η διοίκησή του δέσποζαν αυταρχικά και σχεδόν απόλυτα πάνω στην κοινωνία και στο άτομο.

Στο πλαίσιο αυτού του τύπου του σοσιαλισμού το κράτος απολάμβανε αυτόνομης και υπερβατικής εξουσίας. Τα άτομα και η κοινωνία των πολιτών θα απολάμβαναν τον «ζωτικό χώρο» που εκείνο εξουσιαστικά θα τους απέδιδε. Η ιδέα ενός έστω και περιορισμένου αυτοπροσδιορισμού των ατόμων και της κοινωνίας του πολίτη ήταν έξω από κάθε νοητική σύλληψη και συνεπώς η σχέση κράτους και κοινωνίας παρέμενε εξουσιαστική, πατερναλιστική και εν πολλοίς «ετερόφωτη».

Στην περίπτωση του Κεϋνσιανισμού ο θεμελιακός σκοπός ήταν να σωθεί η οικονομία της αγοράς η βασισμένη στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αλλά με τις λιγότερο δυνατές παρενοχλήσεις και παρενέργειες πάνω στη λειτουργία του φιλελεύθερου μεν αλλά παρεμβατικού κράτους της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αυτό οδηγούσε στο ότι η κρατική παρεμβατικότητα στην οικονομία και κατ’ επέκταση στην κοινωνία θα έπρεπε να είναι αυστηρά περιοριζόμενη. Ο περιορισμός καθοριζότανε βασικά από τον Νόμο και την κρατική Διοίκηση. Οι δημόσιοι λειτουργοί και αξιωματούχοι είχαν, σ’ αυτό το πλαίσιο, το καθήκον να «κυβερνούν», δηλ. να κατευθύνουν και να καθοδηγούν την οικονομία και τα μέλη της με ουδετερότητα και αποδοτικότητα στη κατεύθυνση των επιλογών που είχαν κάνει οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι.

Η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική ήταν τα μέσα, τα εργαλεία, γι’ αυτή την καθοδήγηση αλλά και για την επίδραση της κρατικής διοίκησης πάνω στην κοινωνία και τα μέλη της. Ο κεϋνσιανισμός χρησιμοποίησε το φιλελεύθερο αντιπροσωπευτικό κράτος και τις συγκεκριμένες μορφές διαχωρισμού του από την κοινωνία των πολιτών για να την χειραγωγήσει διατηρώντας και συνεχίζοντας ένα σύστημα υψηλού βαθμού συγκεντρωτισμού της λήψης αποφάσεων και συνεπώς κρατικής αυτονόμησης ως σαφούς διαχωριστικής γραμμής και ορίου μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Τέλος, με την περίπτωση του νέου οικονομικού Φιλελευθερισμού προβάλλεται, ύστερα από την μερική τουλάχιστον αδυναμία του κεϋνσιανισμού, η πιο πρόσφατη μορφή της σχέσης μεταξύ της κρατικής οργάνωσης και του πολίτη. Ο νεοσυντηρητισμός που άρχισε να εμφανίζεται μετά την αδυναμία του κεϋνσιανικού μοντέλου, καθόρισε σε ικανή έκταση και βαθμό την νεοφιλελεύθερη οικονομικού, και όχι μόνο, περιεχομένου διακυβέρνηση στην σχέση κράτους και ατόμου.

Τα βασικά εργαλεία που εφαρμόζει το φιλελεύθερο μοντέλο στη σχέση του με την κοινωνία είναι ο διοικητικός και διαχειριστικός συγκεντρωτισμός, η απορρύθμιση, η παράδοση στις δυνάμεις της αγοράς της ρύθμισης διαφόρων αιτημάτων, και οι ιδιωτικοποιήσεις. Στην ουσία ο ρυθμιστής είναι και πάλι το κράτος όπως και στα δύο προηγούμενα μοντέλα αλλά αυτή τη φορά προς άλλη κατεύθυνση. Βεβαιώνει την ρυθμιστική του υπεροχή πάνω σε αδύναμες ενώσεις δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα και τελικά εμποδίζει τον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών προτεραιοτήτων από αυτούς οι οποίοι σχετίζονται με αυτόν και θίγονται άμεσα από αυτόν.

Το νέο και ενδιαφέρον στοιχείο στη διαδικασία αυτή είναι ότι όλος αυτός ο μηχανισμός οδηγεί στην απελευθέρωση των αγορών, το οποίο στην πράξη σημαίνει την δημιουργία ιδιωτικών εταιρικών οργανώσεων μεγάλης κλίμακας και εμβέλειας. Μία συνέπεια αυτού είναι η απαλλαγή του πολιτικοδιοικητικού συστήματος από την πίεση «ενοχλητικών» κοινωνικών αιτημάτων και συμφερόντων προς αυτό και η μετατόπισή τους προς τον ιδιωτικό χώρο. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο βρίσκεται εκτεθειμένο και απέναντι στην κρατική γραφειοκρατία και απέναντι στις μεγάλες ιδιωτικές οργανώσεις.

Στα παραπάνω η συμμετοχική ιδέα απαντά με την πρόταση - αίτημα μιας εκτεταμένης αλλαγής και ουσιαστικής κατά το περιεχόμενο βελτίωσης της σχέσης κράτους - πολίτη - κοινωνία. Η απάντηση που δίνει είναι ότι με την μεγαλύτερη δυνατή ενεργοποίηση συμμετοχής σε υπάρχοντες δημόσιους, ιδιωτικούς και κοινωφελείς θεσμούς και οργανώσεις, καθώς και με την δημιουργία νέων, ελαττώνεται σημαντικότατα το έλλειμμα και η κρίση αντιπροσώπευσης, το οποίο παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες στη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Το σημαντικό που πρέπει να τονιστεί εδώ είναι ότι η διεύρυνση της συμμετοχής, θα οδηγήσει στη διαφοροποίηση, δομικά και λειτουργικά, μεγάλου μέρους της κρατικής διοίκησης στην καθημερινότητά της. Η διοίκηση, συμπεριλαμβάνεται εδώ και η εκάστοτε κυβέρνηση, δεν θα εμφανίζει τον σημερινό εξουσιαστικό χαρακτήρα που είναι το στίγμα της, αλλά θα παίζει περισσότερο τον ρόλο του παραλήπτη ατομικών αιτημάτων μεταξύ ανταγωνιζομένων πολιτικών. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει, όπως έχει ήδη γίνει αλλού, στην ουσιαστική αλλοίωση της κρατικής εξουσίας.

Μεταξύ της ψηφοθηρικής / κομματικοκρατίας και της αγορακρατικής / κερδοσκοπίας υπάρχει ένας τρίτος θεσμικός χώρος, ο οποίος καθορίζεται από την κοινωνία των πολιτών και από αυτόνομες και ανεξάρτητες Αρχές, ο πολλαπλασιασμός των οποίων αποτελεί κεντρική θέση της συμμετοχικής ιδέας.

3. Ερωτήματα

Τελειώνοντας την κατ’ ανάγκη ανεπαρκή αυτή παρουσίαση, πρέπει να γίνει αναφορά και σε μερικά αναπάντητα ερωτήματα που έχουν κατά καιρούς τεθεί στο πλαίσιο της συμμετοχικής ιδέας. Τα ερωτήματα αυτά λειτουργούν σε δύο επίπεδα: Αφενός μεν αποτελούν μέρος της κριτικής που έχει δεχθεί το μοντέλο αυτό ως πολιτική πρόταση, αφετέρου δε παίζουν το ρόλο αφετηρίας για πληρέστερη διερεύνηση με σκοπό την βελτίωσή του.

Ανεξάρτητα με το αν η συμμετοχική δημοκρατία είναι ένα ελκυστικό και άξιο υπεράσπισης μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, για να γίνει και αξιόπιστο, οφείλει να επεξεργαστεί και απαντήσει σε θεμελιακά ζητήματα όπως, για παράδειγμα, το πώς θα οργανωθεί στη πράξη η οικονομία και οι θεσμοί της και το πως θα συνδέεται με τους υπάρχοντες πολιτικούς μηχανισμούς? πώς θα συνδυάζονται θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με εκείνους της άμεσης? πώς θα ελέγχονται το πεδίο, το εύρος και η εξουσία των οργανώσεων της Διοίκησης? πώς τα συστήματα μέριμνας, όπως η παιδική, και πώς τα συστήματα διευκόλυνσης των νοικοκυριών θα συνδέονται με την εργασία και σε προέκταση με την ισότητα των δύο φύλλων στον επαγγελματικό στίβο? πώς, επίσης, θα διασφαλίζεται το δικαίωμα ορισμένων να «μη συμμετέχουν» στο πολιτικό σύστημα.

Πρόκειται για δύσκολα, και, κυρίως σύνθετα ερωτήματα. Η απάντηση πρέπει να ξεκινήσει από την λειτουργία και την οργάνωση της Πολιτείας, της Δημόσιας Διοίκησης και της ιδιαίτερης θέσης που κατέχει ο Ιδιωτικός τομέας.

Τα ερωτήματα γίνονται ωστόσο πιο σημαντικά και σπουδαία επειδή η Συμμετοχική Δημοκρατία δεν προτείνει απλά ένα σύνολο διαδικασιών, αλλά κυρίως, έναν τρόπο ζωής.

ΙΙΙ. Βιβλιογραφία

1. Paul Hirst, Associative Democracy: New forms of economic and Social Governance, Polity Press, UK, 1994.

2. B.C. Macpherson, The Life and Times of Liberal Democracy, Oxford University Press, 1977.

3. Ν. Μουζέλης, Από την Αλλαγή στον Εκσυγχρονισμό: Κριτικές Παρεμβάσεις, Θεμέλιο, 2002.

4. C. Paterman, Participation and Democratic Theory, Cambridge University Press, 1970.

5. Της ιδίας, 1985, The Problem of Political Obligation: a Critique of Liberal Theory, Polity Press.

6. D. Held, Μοντέλα Δημοκρατίας, «Πολύτροπο», 2003.

7. M.G. Schmidt, Θεωρίες Δημοκρατίας, «Σαββάλας», 2000.

ΧΡ. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ


No Comments »

No comments yet.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URI

Leave a comment

You must be logged in to post a comment.

Όροι Χρήσης | Πολιτική Προστασίας Δεδομένων | Tμήμα Διαδικτύου, Πληροφορικής & Νέων Τεχνολογιών ΠΑΣΟΚ